Η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει τη μεταφραστική συμπεριφορά της μηχανικής μετάφρασης και συγκεκριμένα του DeepL σε νομικό και κανονικό λόγο, με σημείο αναφοράς τον Κανόνα 1 του Codex Iuris Canonici του 1985. Η σημασία της μελέτης έγκειται στο ότι ακόμη και ένα σύντομο θεσμικό απόσπασμα όταν είναι ορολογικά φορτισμένο μπορεί να αναδείξει μικρές μεταφραστικές μετατοπίσεις οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν την εννοιολογική και ερμηνευτική ακρίβεια του κειμένου, μετατοπίσεις που δεν γίνονται αμέσως αντιληπτές καθώς η μηχανική έξοδος εμφανίζεται γραμματικά ορθή και υφολογικά φυσική. Η βιβλιογραφική αδυναμία που επιχειρεί να καλύψει η μελέτη μας αφορά την περιορισμένη διερεύνηση της μηχανικής μετάφρασης σε μικροεπίπεδο κανονικής ορολογίας.
Corpus της μελέτης μας αποτελούν τρία τρίγλωσσα σετ αποδόσεων στην αγγλική, τη γαλλική και την ελληνική, σε κάθε σετ η πρώτη πρόταση λειτουργεί ως κείμενο πηγή, καθώς αποδεδειγμένα δεν αποτελεί αποτέλεσμα μηχανικής μετάφρασης αλλά είναι αποτέλεσμα απόδοσης ομάδων ειδικών, ενώ οι ακόλουθες προτάσεις εξετάζονται ως καταγεγραμμένες έξοδοι του DeepL. Στόχος μας δεν θα είναι η γενική αξιολόγηση της μεταφραστικής ποιότητας, αλλά η διερεύνηση των συντακτικών, ορολογικών και σημασιολογικών μετατοπίσεων που αναδύονται κατά τη μηχανική απόδοση ενός θεσμικά φορτισμένου νομικού κειμένου, όπως και η διερεύνηση αν τα μεταφράσματα διατηρούν τη φυσική συντακτική και ορολογική οργάνωση των γλωσσών στόχων ή αν αναπαράγουν, έστω υπόγεια, αγγλοκεντρικά σχήματα πληροφορικής διάταξης.
Μεθοδολογικά, συγκρίνονται οι τύποι canons, règles, provisions και οι ρηματικές δομές regard, concernent, «αφορούν» και apply to. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι αποδόσεις δεν είναι κατ’ ανάγκην συντακτικά αφύσικες συχνά είναι επιφανειακά φυσικές, αλλά συγκαλύπτουν ορολογική εξομάλυνση και σημασιολογική μετατόπιση. Ειδικότερα, η αντικατάσταση του ειδικού κανονικού όρου από γενικότερους νομικούς όρους μειώνει την εννοιολογική ακρίβεια, ενώ η μετάβαση από την έννοια της αναφοράς προς την έννοια της εφαρμογής μεταβάλλει το ερμηνευτικό βάρος του κειμένου.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι η διερεύνηση της μηχανικής μετάφρασης σε ειδικά κείμενα χρειάζεται να συνδυάζει συντακτική φυσικότητα, ορολογική συνέπεια και θεσμική ερμηνεία. Έτσι, το DeepL εξετάζεται όχι ως απλό εργαλείο απόδοσης, αλλά ως πιθανός παράγοντας γλωσσικής σύγκλισης σε ειδικό θεσμικό λόγο.
Λέξεις-κλειδιά: Μηχανική μετάφραση, DeepL, νομική μετάφραση, κανονικό δίκαιο, γλωσσική επαφή, συντακτική παρεμβολή, γλωσσική σύγκλιση, ορολογική εξομάλυνση, σημασιολογική μετατόπιση.
Ο Δρ Ανδρέας Νικόλαος Σαμαλτάνος δραστηριοποιείται επιστημονικά στα πεδία της γαλλικής γλώσσας, της μεταφρασεολογίας και της συγκριτικής μελέτης σε νομικό, ιστορικό και διπλωματικό λόγο.
Έχει διδάξει ως ακαδημαϊκός υπότροφος στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, με συναφές αντικείμενο με γλώσσα εργασίας προς και από τη γαλλική γλώσσα.
Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη γαλλική νομική ορολογία, στη μετάφραση νομικών, ιστορικών, διπλωματικών και θρησκευτικών κειμένων από τα γαλλικά προς τα ελληνικά και αντιστρόφως, καθώς και στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ γλώσσας, δικαίου και θεσμικού λόγου.
Σήμερα είναι εκ νέου υποψήφιος διδάκτωρ Κανονικού Δικαίου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το επιστημονικό του έργο συνδυάζει φιλολογικές, γλωσσολογικές, ιστορικές, θεολογικές και νομικές προσεγγίσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στην ορολογική ακρίβεια, στη διαγλωσσική αντιστοίχιση και στην ανάλυση "ειδικού θεσμικού λόγου".